ghostly (bn):
при́зрачный(en) —., призрачный(de) Angst verursachend; unheimlich, gruselig.
(fi) sellainen, joka on aaveen kaltainen; yliluonnollinen, pelottava., духовная(el) σε αντίθεση με την ύλη και τον αισθητό κόσμο., духовный(el) σε αντίθεση με την ύλη και τον αισθητό κόσμο.
cached Via: Dbnary en WikiWoordenboeken
Via: Memodata.com